Η αρθροσκόπηση ώμου γίνεται για διαγνωστικούς αλλά κυρίως θεραπευτικούς λόγους. Στις περισσότερες περιπτώσεις η παθολογία είναι συγκεκριμένη και η διάγνωση έχει τεθεί με το κατάλληλο ιστορικό, φυσική εξέταση και απεικονιστικό έλεγχο. Μερικές φορές όμως, η διάγνωση δεν είναι απόλυτα προφανής, και μελέτες έχουν αναδείξει ότι η αρθροσκόπηση σε χρόνια επώδυνα σύνδρομα του ώμου δύναται να αποκαλύψει παθολογικά ευρήματα στο 90% περίπου των ασθενών.
Αρθροσκοπικά μπορεί να αντιμετωπιστεί το σύνδρομο υπακρωμιακής προστριβής (ακρωμιοπλαστική), οι ρήξεις τενοντίου πετάλου (συρραφή με άγκυρες), η ασβεστοποιός τενοντίτιδα (απελευθέρωση +/- ακρωμιοπλαστική), τα ελεύθερα σώματα (αφαίρεση), η αστάθεια (σταθεροποίηση με άγκυρες), ο παγωμένος ώμος (απελευθέρωση θυλάκου), οι φλεγμονές κ.α.
Η επέμβαση γίνεται υπό γενική και περιοχική (διασκαληνικός αποκλεισμός) αναισθησία, σε πλάγια κατακεκλιμμένη θέση. Συνηθέστερα χρησιμοποιούνται 2-3 μικρές τομές (πόρτες) οπίσθια, πλάγια και πρόσθια του ώμου. Εισάγονται υγρά στην άρθρωση και επισκοπούνται με την κάμερα οι σημαντικές δομές αυτής (τενόντιο πέταλο, τένοντας δικεφάλου, αρθρικός χόνδρος και επιχείλιος χόνδρος). Οι βλάβες αντιμετωπίζονται ανάλογα με ειδικά εργαλεία που εισάγονται από τις άλλες τομές. Στη συνέχεια η κάμερα και τα υγρά εισάγονται εκτός της άρθρωσης, υπακρωμιακά, όπου ελέγχονται το τενόντιο πέταλο, το ακρώμιο, ο ορογόνος θύλακος, η ακρωμιοκλειδική άρθρωση κλπ. Για τις τομές χρησιμοποιούνται ράμματα που αφαιρούνται μετά από 10 ημέρες. Τίθεται ανάρτηση και το άκρο κινητοποιείται με οδηγίες ανάλογα με την πάθηση και την αντιμετώπισή της.
Η ορθή γνώση της ανατομίας, των παθήσεων, των παθολογικών ευρημάτων και των παρεκκλίσεων του φυσιολογικού για κάθε άρθρωση είναι βασική για την εκτέλεση των επεμβάσεων με επιτυχία και χωρίς επιπλοκές.



Η διάγνωση τίθεται μετά από τη λήψη ιστορικού και την ανάλογη φυσική εξέταση, ενώ επιβεβαιώνεται με τον ακτινολογικό έλεγχο. Πάντα πρέπει να συσχετίζονται τα κλινικά ευρήματα και σημεία ώστε να αποκλείονται παθήσεις με παρόμοια συμπτωματολογία αλλά διαφορετική θεραπευτική προσέγγιση.


Η κατάλληλη θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας ξεκινά με την ορθή διάγνωση και την αναγνώριση πιθανών αιτιών της υποκείμενης νόσου. Κρίνεται πολύ σημαντικό να συσχετίζονται οι πληροφορίες από ένα καλό ιστορικό με τα σημεία της κλινικής εξέτασης και τα αντίστοιχα ακτινολογικά ευρήματα, ώστε να αποκλείονται άλλες παθήσεις με παρόμοια συμπτωματολογία.





Η αρθροσκόπηση γίνεται συνήθως υπό γενική ή ενδορραχιαία αναισθησία και ουσιαστικά επισκοπείται η άρθρωση με μια μικρή κάμερα. Γίνονται δυο μικρές τομές (1 εκ) μια πρόσθια έσω και μια πρόσθια έξω, λίγο πιο κάτω από την επιγονατίδα. Η άρθρωση γεμίζει με υγρά για την είσοδο της κάμερας και στη συνέχεια εισάγονται ειδικά εργαλεία για την πραγματοποίηση της χειρουργικής επέμβασης. Στο τέλος οι τομές κλείνουν με ειδικές αυτοκόλλητες ταινίες συρραφής και το γόνατο επιδένεται. Ο ασθενής εξέρχεται του νοσοκομείου την ίδια ημέρα. Σε μια απλή αρθροσκόπηση επιτρέπεται άμεσα η βάδιση και κινητοποίηση, ενώ βακτηρίες χρησιμοποιούνται τις πρώτες μόνο ημέρες.
Στις παθήσεις που αντιμετωπίζονται με επιτυχία συγκαταλέγονται τα σύνδρομα πρόσκρουσης, τα ελεύθερα σώματα, τα οστεο-χόνδρινα κατάγματα, η διαχωριστική οστεοχονδρίτιδα του αστραγάλου, η υμενίτιδα και οι φλεγμονές.